Χρήστος Γαρουφαλής

Περισσότερα..

From the blog

Κριτική 10ης ατομικής

Ο κόσμος είναι ενιαίος

Η χαρά
Στον καφέ που προσφέρει ο Χρήστος Γαρουφαλής στον θεατή της τέχνης του, αμφότεροι ξοδεύουν πολλήν ώρα καρδιοχτυπώντας.
Η ζωγραφική του είναι μεταξύ άλλων και άσκηση στον χρόνο.
Στο θεματολόγιό του δε γλυτώνει κανένας.
Βάση της θυσίας του, ο κλειστός ορίζοντας. Όσο αδειάζει το φλυτζάνι, ειδικά μεταξύ πρώτης και δεύτερης γουλιάς, από το εκζεστόν στο χλίον, τα χείλη του καφεπότη παραμένουν ερευνητικά, δεν ανοίγεται η καρδιά. Το ίχνος της πόσης συνήθως αφήνει ένα κυμάτισμα που δεν αφήνει στην εσωτερική πλευρά του φλυτζανιού καμία λευκή δραπέτευση, προκειμένου η μάντισσα η καφετζού να μπορέσει να υποσχεθεί ευδία του μέλλοντος.
Το φλυτζάνι, όταν το ιστορεί ο Γαρουφαλής, παραμένει κλειστό.
Ο τελβές δεν παρουσιάζεται ως ένα μελαγχολικό φινάλε. Τα ίχνη των χειλέων στο μισογεμάτο φλυτζάνι είναι η υπόσχεση των δεινών που θα έρθουν.
Αν ήταν αλλοιώς, θα έφτανε στον καθένα μας μία και μοναδική εμπειρία από ένα καφεδάκι.

Ο ατμός της ημέρας
Ο άνθρωπος ζωγραφίζει πάνω σε έναν θαμπό καθρέφτη. Τι άλλο είναι η επιφάνεια ενός ξύλου πάρεξ η μόνη απόδειξη πως ο χρόνος υπάρχει μόνον ως περιγραφή στιγμών και στιγμάτων;
Χρησιμοποιεί επιλεκτικά ελάχιστα αντικείμενα, που έχουν επιλεκτική χρήση. Τα τοποθετεί σε έναν οργανικό καμβά ιδεατού ψεύδους, όπως είναι η μίμηση της ξύλινης μήτρας. Έτσι, τα αντικείμενα μετατρέπονται σε σφαίρες κατάφορτες επώδυνη μνήμη. Γύρω από την τέχνη του, απαγορεύεται η ακρόαση της μουσικής. Αλλά χωρίς την μουσική, η ζωγραφική του μετατρέπεται σε ακατανόητη δεξιοτεχνία.

Το άρωμα
Ο Γαρουφαλής, ευτυχής και προσεκτικός, γνωρίζει πώς να ζωγραφίζει το άρωμα της εικόνας. Μυρίζει το ρόδο, μοσχοβολάει το καφεδάκι. Η ζάχαρη, αραιοδεμένη στο γλυκό του κουταλιού, αναδίδει την οσμή του ζαχαροκάντιου.

Η άμμος
Ξαφνιάστηκα όταν πρόσεξα πως η άμμος όπου χωνεύονται οι κόκκοι του καφέ μέσα στο μπρίκι του, εκβάλλει μιας μορφής αφρό, που μετατρέπει το εργαλείο σε εμπειρία. Η άμμος είναι ζεστή, επειδή «γυμνάζει» την εμπειρία του καφεπότη και του ταμπή.
Εξάλλου, αυτό διδάσκει η Υπερβολή που εγγίζει την Ύβρη: ένας εταίρος του Αλέξανδρου, χωμένος στην ξερή χλόη της γυμνής Ανατολής, έφερνε αιγυπτιακή άμμο της ερήμου για τα σκάμματα του γυμναστηρίου του.
Οποιοδήποτε άλλο υλικό πιέζει και βιάζει τον καφέ, την ζάχαρη και τα σερμπέτια. Επιταχύνει τον πόνο. Δεν τον ωριμάζει.
Η άμμος του Γαρουφαλή, είναι ένας αναερόβιος αφρός που αναδύεται χρυσότομος, στην προκαθορισμένη γωνία του μαρτυρίου του.

Είναι βαρύ να ανατολίζεις ατιμώρητα
Η ζωγραφική πράξη χρειάζεται καθημερινά μια γόνιμη βροχή από τα πράγματα.

Η Ιστορία
Ο κόσμος του ζωγράφου ξεκινά από μια αρνητική υποτύπωση της περιφέρειας του φλυτζανιού, λεκές του διαβήτη, φθορά του υφάσματος, η πάστρα που θα ακολουθήσει.
Το έμφορτο τασάκι με τρία νωπά αμπλακήματα, δρόμους, διαδρομές και οδεύσεις, σπαράγματα διηγήσεων ή εκείνο το δάκρυ που καμιά φορά το λέμε σκέψη και έχει μεγαλύτερη αξία από την άμβαρι του κήτους.
Το σταχτισμένο, το χιονισμένο λουκουμάκι ορφανό στην λευκότητα και στην διαφάνεια της υφής του.
Το βαρύ, σταθερό υποβρύχιο, ένας πόλεμος ανάμεσα στα παιδικά χείλη και στον τρόπο που θα μάθει να αφαιρεί την γλυκύτητα από το μέταλλο, ώστε να προσεγγίσει την σάρκα του καιρού του.
Το άνθος που έρχεται από την δροσερή αυλή, χωρίς υβρίδια στην γένεσή του, πολύφυλλο με εμπειρίες πολλών γενεών στο ύψος της κοπής του.
Ένας μύλος του καφέ, κρύβει τα πάντα όλα στην ευήθεια της χρησιμότητας, ενώ μιλάμε για ένα κουτί των θαυμάτων που εμπνέει τον καλόγερο και τον μερακλή στα εργόχειρά τους.
Δεν υπάρχει, συμπεραίνω, τέχνη ταπεινή. Υπάρχει το έγκλημα της βιαστικής κατανόησης και καμιά φορά, η απάτη της ευτυχίας.
Λατρεύω τον καφέ και λατρεύω ένα σωρό συνήθειες που καταλήγουν στην ίδια την ουσία της ζωής.

Δεν θα τον ρωτήσω ποτέ…
Δεν θα τον ρωτήσω ποτέ, τον Χρήστο Γαρουφαλή, πώς κατάφερε οι άδειοι, εμβληματικοί του πίνακες να είναι τόσο ομιλητικοί.
Πώς γίνεται και ο κόσμος, που αναστηλώνει υπομονετικά και με σπάνια ένταση σε κρυμμένες λεπτομέρειες, μπορεί να αλλάξει το ρεύμα ενός ποταμού με την δύναμη της ευχής του.
Δεν θα τον ρωτήσω ποτέ αν είδε τον κόσμο πίσω από το ξύλο που χρησιμοποιεί ως μετείκασμα φόντου, κι αν το δάσος που κατοικεί είναι διάφανο.

Πάνος Θεοδωρίδης
συγγραφέας
Απρίλιος 2011

 

 

Η ποίηση των απλών πραγμάτων
Το λεύκωμα το οποίο περιέχει το σύνολο των νέων έργων του εκλεκτού ζωγράφου Χρήστου Γαρουφαλή, που παρουσιάστηκαν στην Αίθουσα Τέχνης Νεώριον στο Αγρίνιο, από τις 6 Μαΐου ως τις 4 Ιουνίου 2011, έχει θέμα τον παραδοσιακό ελληνικό καφέ.
Ο εικαστικός παραδοσιακός ελληνικός καφές του Χρήστου Γαρουφαλή έχει μια ιδιαίτερη γλύκα, αφοπλιστικά τρυφερή παρελθούσα αθωότητα και μια μοσχοβολιά που ευωδιά σαν νοσταλγία και αναζήτηση της απολεσθείσας ουσιαστικής σχέσης μας με τα απλά, καθημερινά πράγματα..
Ο Χρήστος Γαρουφαλής ζει και εργάζεται στο Αγρίνιο, στην πόλη που γεννήθηκε. Είναι Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Εικαστικού Εργαστηρίου του Δήμου Αγρινίου από το 2003. Κουβαλώντας μνήμες από το παρελθόν και ζώντας μέσα στο φυσικό του περιβάλλον, εμπνέεται από τη ζωντανή πραγματικότητα, από την περιβάλλουσα φύση και ζωή, φυσικό και ανθρώπινο τοπίο. Ανιχνεύει την ομορφιά, τις ευωδιές των λουλουδιών και των καρπών της γης, τη μαγεία του βλέμματος των ανθρώπων, την ιστορική φόρτιση αντικειμένων και χρηστικών, καθημερινών σκευών, κλέβει τα μυστικά, τις ιδιαιτερότητες, τις λεπτές λειτουργίες και αποχρώσεις, συλλαμβάνει τον παλμό και το ρυθμό, την απαλή μουσική που ρέει μυστικά σώματα, που διαπερνά την ύλη κι αναταράζει τα φυλλώματα και αποτυπώνει ζωντανά στα έργα του και όλο της το μεγαλείο την ποίηση των απλών, καθημερινών πραγμάτων.
Αναπαριστά τον τρισδιάστατο κόσμο του με έναν τρόπο τόσο απλά γενναίο και γενναιόδωρο, τόσο αληθινό και γνήσιο που συχνά αγγίζει τη δόξα των – (μετά την επιστροφή από την σαραντάχρονη οδοιπορία μέσα στη νύχτα της τρέλας και της αδιαφορίας του κόσμου της διανόησης και της τέχνης) – αριστουργημάτων Εκείνου του μεγάλου Νεοέλληνα Γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά, του ποιητή της ακοίμητης «Κοιμωμένης».
Με την υποβλητική «Ζωγραφική» του προσφέρει στο κοινό ένα σύνολο ξεχωριστών πινάκων με θέμα τον παραδοσιακό ελληνικό καφέ. Με δροσερά σχέδια: «μολύβι σε χαρτί», «μελάνι σε χαρτί», με τρυφερά χρώματα «παστέλ σε χαρτί» και με γήινα, φιλικά στις αισθήσεις, ζεστά, ζωντανά «χρώματα λαδιού σε ξύλο», ζωγραφεί όλες τις φάσεις και τα στάδια της τελετουργίας του παραδοσιακού ελληνικού καφέ, που συνιστά ιλαρή ιεροτελεστία: από το μύλο ίσαμε το κατακάθι του στο φλιτζανάκι, το αποτύπωμα των χειλιών του φλιτζανιού σε χαρτί, με τα δάκτυλα στο αυτάκι του φλιτζανιού, με πλάι το τασάκι με τα αποτσίγαρα, το κουρασμένο άδειο, γερμένο για ξεκούραση μπρίκι. Παρουσιάζει λιτά μια όμορφη, απλή, αθώα πραγματικότητα, μια αγαπητική πραγματικότητα απαλλαγμένη από ψευδεπίγραφα χρωματικά σχεδιάσματα και δυσνόητα εικαστικά νεφελώματα, γεμάτη, ωστόσο, αναπλασμένες, ανανεωμένες νοσταλγίες, αναδυόμενες τρυφερά διαχρονικές ευαισθησίες και μορφές ζωής, σπάνιες ή δυσεύρετες ομορφιές.
Εκφράζοντας τόσο ζωντανά τον πλούσιο εσωτερικό του κόσμο, αφενός προσφέρει αισθητική απόλαυση και, αφετέρου προβληματίζει. Μας παρακινεί να στρέψουμε για λίγο πίσω την προσοχή μας και να σκεφτούμε: τι είχαμε, τι χάσαμε, τι έχομε, τι μας απομένει να κάνουμε και σε τι μπορούμε να ελπίζουμε, τι να προσδοκάμε σήμερα από το δυσοίωνο μέλλον ζώντας μέσα σε έναν άξενο και μολυβένιο κόσμο που μας ετοίμασαν και μας επιβάλλουν οι άφρονες να ζούμε.
Η σχέση του Έλληνα με τον παραδοσιακό καφέ είναι διαλεκτική και διαχρονική, είναι βιωματικά ερωτική. Και αισθησιακή. Ο καφές και το τσιγάρο είναι στοιχεία ζωντανά με τα οποία ο άνθρωπος συνομιλεί μυστικά, διαλέγεται σιωπηρά μαζί τους, τα απολαμβάνει ηδονικά, τον συντροφεύουν στη μοναξιά και στην οδύνη, αλλά και στη χαρά και στην ανάπαυλα, στην εργασία και τη συντροφιά με τους αγαπημένους του. Ο ελληνικός καφές, ο τόσο περιφρονημένος από κουλτουριάρηδες νεοαστούς και νεαρούς της καφετέριας, ο ταπεινός, αχνιστός ελληνικός καφές, ο αμιγής, ο αχνιστός, καϊμακάτος κι ευωδιαστός ελληνικός καφές με ή χωρίς ζάχαρη, ψημένος στη χόβολη μέσα στο μπακιρένιο μπρίκι, σερβιρισμένος στο κλασικό συμπαθητικό πορσελάνινο φλιτζάνι, με ένα αυτί ή σε δυσεύρετο παλαιικό με διπλό αυτί και γλώσσα, όπως μας τον προσφέρει ζωγραφιστό ο αισθαντικός καλλιτέχνης, έχει ξεχωριστεί γεύση, οσμή και στην αφή είναι πολύ φιλικός. Τον απολαμβάνεις, με όλες τις αισθήσεις: αφή, γεύση, όραση, ακοή, ακόμα και η έκτη αίσθηση, η μάντισσα, θαρρείς παραμονεύει στη σκιά για να διαβάσει το πεπρωμένο και να προβλέψει το …άδηλο μέλλον.
Μόνο του, συνήθως, κάθε φλιτζάνι στο γυμνό, στο έρημο τοπίο της μοναξιάς που σωπαίνει διακριτικά γύρω του, περιμένει το φιλικό χέρι που θα πιάσει το αυτάκι του, τα τρυφερά χείλη που θα ακουμπήσουν ηδονικά τα δικά του, την απαλή ανάσα που θα το αγκαλιάσει. Όλα τα στάδια της λειτουργίας ενός καφέ, η σύντομη ιστορία της καθημερινής, της επαναλαμβανόμενης πρόσκαιρης δραστηριότητάς του, είναι αποτυπωμένα σε κάθε εικαστικό μόρφωμα με μια κινητική ηρεμία που περιβάλλει το πλαίσιο της σιωπής που υπερίπταται. Ο τρόπος εικαστικής «γραφής» του καλλιτέχνη έχει κάτι αριστοκρατικό κι απόμακρο οχυρωμένο στη μοναδικότητά του και φιλικό μαζί, κάτι από τη δωρική, την καθαρή κι αγέρωχη μορφή του δημιουργού του.
Ο Γαρουφαλής δεν περιφρονεί κανένα από τα χρηστικά αντικείμενα που παίρνουν μέρος στην ιεροτελεστία και καταξιώνονται καλλιτεχνικά στη «Ζωγραφική» του: Ο μύλος που τον άλεσε, το μπακιρένιο μπρίκι που τον έψησε στην καυτή, την πυρωμένη χόβολη ή την άμμο για να κάνει το αφράτο καϊμάκι, το πιατάκι με το γλυκό κεράσι ή σταφύλι του κουταλιού κι ένα ποτήρι δροσερό νερό με την «υποβρύχιο» βανίλια κι ένα λευκό τριανταφυλλάκι, αλλού με το μολύβι γερμένο πλάι κουρασμένο από την πολλή δουλειά, ή με ένα τριαντάφυλλο λευκό, αλλά και το γυάλινο πιατελάκι με το καμακωμένο λουκουμάκι από την οδοντογλυφίδα, μυρωδάτος κι αχνιστός, με πλούσιο καϊμάκι ανέγγιχτος, χωρίς καϊμάκι, το φλιτζάνι ξαφρισμένο, μισό, μόνο με το κατακάθι στον πάτο, αλλού το αποτύπωμα των χειλιών του αναποδογυρισμένου φλιτζανιού στο άσπρο αχανές τοπίο ή άδειο, παρατημένο στο λευκό του πλαίσιο, καθένα χωριστά παίζει το ρόλο του και όλα μαζί θυμίζουν έναν απλό κι απέριττο, λιτό κόσμο τρυφερότητας και ανθρωπιάς, δημιουργούν μέσα μας μια χαρμολύπη που λειτουργεί λυτρωτικά ως κάθαρση από τα σύγχρονα παθήματα, πάθη και άγχη.
Πάνω στις στατικές μορφές των αντικειμένων αποτυπώνεται αδρά μια ολόκληρη, παρελθούσα ανεπιστρεπτί, εποχή με όλα τα συν και τα πολλά πλην της και, κυρίως, η ατελεύτητη πορεία του Ελληνικού Λαϊκού Πολιτισμού που συντηρεί και διαφυλάσσει ως ιερή παρακαταθήκη στο ερμάρι της η ανύσταχτη συλλογική μνήμη.

Ελένη Χωρεάνθη,
Π. Φάληρο, 8 Ιουνίου 2011