Χρήστος Γαρουφαλής

Περισσότερα..

From the blog

«ΜΗΝΕΣ – ΜΝΗΜΕΣ» *

Κληρονομιά της αρχαιότητας, παρούσα κατά τη μακρά περίοδο του Μεσαίωνα, η εικόνα των μηνών διατηρεί την ανθρωπομορφική της υπόσταση έως σήμερα. Νέοι άνδρες, ώριμοι ή γέροντες οι Μήνες εμφανίζονται στην τέχνη είτε μόνοι, είτε συνοδευόμενοι από οικείες παραστάσεις : αγροτικές εργασίες – στις οποίες, συχνά μετέχουν οι ίδιοι ως βοσκοί, σπορείς θεριστές, κυνηγοί, κ.ά. – ζωδιακά σύμβολα, θηράματα, θρησκευτικά δρώμενα. Οι μορφές των Μηνών, στις οποίες αναμιγνύονται το θείο και το ανθρώπινο, καθώς διατρέχουν όλα, σχεδόν, τα είδη της τέχνης, λόγιας και λαϊκής, απηχούν εύγλωττα την αισθητική της εποχής από την οποία προέκυψαν.
Η νεώτερη ελληνική τέχνη όχι μόνο δεν διέκοψε την παράδοση του προσώπου, αλλά ενσωμάτωσε, τιμητικά, την προσωποποίηση στην εικονογραφία της, ενώ με διάκριση επιχείρησε να την ανανεώσει. Οι προσθήκες ή αφαιρέσεις, που επέφερε στην περιβολή, την κόσμηση ή τις σκηνές, που συνάπτονται με τον Μήνα δεν επηρέασαν ουσιαστικά την ανθρώπινη εικόνα του.
Η εικονογραφία του Χρήστου Γαρουφαλή διαχωρίζεται από αυτήν την παράδοση. Ο ζωγράφος αρνείται την ανθρώπινη μορφή των μηνών, την οποία, κατά την απεικόνισή τους, υποκαθιστά με αντικείμενα και καρπούς άμεσα συνδεόμενα με τη ζωή του ελληνικού λαού, τα οποία και ανάγει σε σύμβολα. Η διαφορετική αντίληψη δεν σημειώνεται για πρώτη φορά – υπάρχει πλήρως ανεπτυγμένη ήδη από την πρώιμη Αναγέννηση, αν όχι παλαιότερα. Αυτό που επισημαίνεται στο έργο του καλλιτέχνη είναι ο προσωπικός χειρισμός, το είδος των αντικειμένων, που αποτελούν τη σύνθεσή του, η ατμόσφαιρα, που διαπνέει το έργο και οι διαστάσεις, που προσλαμβάνει αυτό.
Η παράσταση θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια νεκρή φύση, και αυτή πράγματι, είναι η αφετηρία της. Ο θεατής θα τη συνέδεε εύλογα – ως ακραία βαθμίδα εξελίξεως – με το ανάλογο ζωγραφικό θέμα της Ολλανδικής σχολής του 17ου αι., όπως και θα τη συνέκρινε με τα συγγενή έργα του Chardin. Η απέριττη σύνθεση, ο εκλεπτισμός ρεαλισμός, η αυστηρότητα και συνάμα η τρυφερότητα με την οποία έχει πλαστεί, παραπέμπουν ευθέως σε θαυμάσια επιτεύγματα και των δύο σχολών.
Αλλά η θεματική με την οποία ο Γαρουφαλής συμβολίζει τους Μήνες απαντά και στο πρόσφατο έργο. Ο καλλιτέχνης επανειλημμένως έχει ζωγραφίσει το περιστέρι, το ακροκέραμο, το καλάθι, το ψωμί, τα φρούτα. Προσθέτει τώρα, ως ειδικές ενδείξεις, τον Σταυρό του αγιασμού, την οβίδα με τα λουλούδια, τις πεταλούδες, το στάχυ, κ.ά. γνωστό, επίσης, είναι το περιβάλλον, όπου εγκαθίστανται τα θέματα : ο γυμνός ουδέτερος χώρος και ο χαμηλός φωτισμός.
Ζωγραφικά άψογη και ως προς τη συμβολιστική της δυνατότητα απολύτως εύστοχη η δουλειά του Γαρουφαλή δεν εξαντλείται σε αυτά. Πρόθεση του ζωγράφου, πέραν από το να εικονίσει έμμεσα, αλλά με συνέπεια τους Μήνες, είναι να υποδηλώσει, συμπυκνωμένη σε σύμβολα, την ελληνική παράδοση, να συγκρατήσει τη μνήμη του ρυθμού, του ήθους και των αξιών μιας εποχής που χάνεται ή ήδη έχει χαθεί. Μέλημά του είναι η αναγωγή του αντικειμένου σε σήμα και ο προικισμός του με το ευρύτερο δυνατό φάσμα αναφοράς, έτσι ώστε το σύνολο των Μηνών να εκπροσωπεί πλείστες όψεις του ελληνικού βίου.
Τα στάδια της πορείας προς την κατάκτηση του συμβόλου είναι ευδιάκριτα. Την επιλογή του αντικειμένου ακολουθεί η αποκοπή του από το περιβάλλον, από την τριβή με την καθημερινότητα και η απάλειψη της εμπλοκής του στη διαδικασία των λειτουργιών του. Η απομόνωση και η προβολή του σε έναν ουδέτερο χώρο αποσκοπούν στην απομάκρυνσή του από το χώρο της ηθογραφίας και του γραφικού.
Προς την ίδια κατεύθυνση λειτουργεί η αποφυγή της πολυχρωμίας και του αισθησιακού χρώματος. Και τα δύο καθηλώνουν τον θεατή στο επίκαιρο και την αισθητική μορφή, ενώ επιδίωξη του ζωγράφου είναι να υπερβεί το χρόνο και το περίβλημα που φέρει το αντικείμενο – σύμβολο. Θα σημειωθεί, εντούτοις, ότι ο χρόνος, ειδικά το παρελθόν, όχι μόνο δεν αγνοείται αλλά εμφατικά αποκαλύπτεται. Τα αντικείμενα σαφώς ανήκουν σε ένα άλλο χρονικό επίπεδο, στο οποίο και παραπέμπουν. Το είδος του ρεαλισμού που χειρίζεται ο Γαρουφαλής και η τάση του προς τη μονοχρωμία επιτρέπουν στο θέμα και να διατηρεί την τελειότητα της μορφής και να υποβάλει το επίπεδο ενός αλλού χρόνου.
Εξάλλου, οι μικρές διαστάσεις των αντικειμένων υπαινίσσονται την πρόθεση να αποκλεισθεί η μνημειοποίηση να συγκρατηθούν τα πράγματα στη φυσική τους κλίμακα και να υποβληθεί η αίσθηση του μέτρου και ενίοτε του ταπεινού που ενέχει η ελληνική ζωή. Η διαδρομή αυτή της βαθμιαίας απογύμνωσης του θέματος δεν εμείωσε την αίσθηση του πραγματικού, ενίσχυσε, αντιθέτως, τη ρεαλιστική απεικόνιση χωρίς να την εμποδίσει να απαλλαγεί από το κέλυφος της μορφής. Έτσι, μεταξύ ρεαλιστικού και πνευματικού, οι εικόνες του Γαρουφαλή κερδίζουν σε πραγματική υπόσταση και πνευματικότητα, μπορούν ευθύβολα να παραπέμπουν στη ζωή και την πνευματική της διάσταση.
Το μισόφωτο, τέλος, μέσα από το οποίο αναδύεται το θέμα, συνυφασμένο με τη ζωγραφική του Γαρουφαλή, έρχεται, αυτό προπάντων, κατευθείαν από την παράδοση. Πυκνό ή διάφανο πηγάζει από το καντήλι, τη φλόγα του κεριού ή την παλιά επιτραπέζια λάμπα. Ανακαλεί το μισοσκόταδο της μικρής εκκλησίας και το δείπνο στο αγροτικό σπίτι. Μυστηριακό, αλλά χωρίς το σάλο του δράματος, υποβάλλει τη συγκέντρωση, την εσωτερίκευση και τη σιωπή.
Το μισόφωτο διασπά και προεκτείνει τα όρια του χώρου – ουσιαστικά, αυτό συνιστά το χώρο – και ανάγει, ως τελευταία δίοδος, προς την πνευματοποίηση της εικόνας που είναι ο απώτερος στόχος του έργου. Έτσι, τα σύμβολα των Μηνών αποβαίνουν σύμβολα αξιών.

Καλλιτέχνης της γενιάς του ΄90, ο Χρήστος Γαρουφαλής ανήκει στην ομάδα των νέο-παραστατικών ζωγράφων. Η ομάδα διέπεται από την ιδέα της εμμονής στην παράσταση, την οποία πραγματεύεται ρεαλιστικά – ο χώρος, άλλωστε, της επιλεκτικής θεματογραφίας της είναι η πραγματικότητα – επιχειρεί δε να επαναφέρει στην εικόνα τι αμφισβητούμενο κύρος της, την ολοκλήρωση και τελείωση της. Η αντίθεση των αντιλήψεών της προς τη στρέβλωση και την έκπτωση της εικόνας – θέσεις παλαιοτέρων τάσεων, που εξακολουθούν να υφίστανται στην Ελληνική ζωγραφική – δεν προσέδωσαν τόνο επαναστατικότητας στη δημιουργία της. Τα ζωγραφικά έργα μαρτυρούν τη συμπάθεια προς την παράδοση, την οποία δεν μεταγράφουν ούτε αφηγούνται, αλλά την ερμηνεύουν κατά την ιδεολογία και το ήθος της. Διακρίνονται ακόμη για την λεπτόλογη πραγμάτευση και αποπνέουν ήρεμη στοχαστική διάθεση. Η ζωγραφική του Γαρουφαλή είναι μια γνήσια όσο και εξαίρετη εκδοχή των αντιλήψεων αυτών.

Βλάχος Μανόλης, 2002

* το κείμενο περιλαμβάνεται στην έκδοση που κυκλοφόρησε από την τράπεζα Αττικής
με αφορμή την ομώνυμη έκθεση ζωγραφικής

 

 

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΑΡΟΥΦΑΛΗΣ: Εδώδιμα… εικαστικά για τους μήνες

ΜΑΙΡΗ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΡΟΣΩΠΑ, εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», 16/12/2002

Στάχυα και ψωμί, ώριμοι καρποί, μια πυροστιά. Εικόνες οικείες, λιτές, ελληνικές, που προβάλλουν μέσα σε λιγοστό φως. Αντικείμενα – σύμβολα, που κάνουν τον κύκλο τους μέσα στον χρόνο, χαράσσονται στη μνήμη και επανέρχονται για να θυμίζουν τις αλλαγές των εποχών. Τούτα είναι που επέλεξε και ο ζωγράφος Χρήστος Γαρουφαλής για την έκθεσή του “Μήνες-Μνήμες” στην οποία παρουσιάζει 24 λάδια (δύο έργα για κάθε μήνα), καθώς και 14 παστέλ, στα οποία αποτυπώνεται η προσπάθεια μέχρι να φτάσει ο καλλιτέχνης στο τελικό αποτέλεσμα.
«… Πρόκειται για 24 ευχάριστες στιγμές μιας διαδρομής δύο περίπου χρόνων, που είχε όμως και πολλές …δυσκολίες», λέει στα «ΝΕΑ» ο δημιουργός, τα έργα του οποίου θα κοσμούν το ημερολόγιο για το 2003 της Τράπεζας Αττικής και μετά το πέρας της έκθεσης, τους διάφορους χώρους της τράπεζας.
Η ζωγραφική για τον 43χρονο Χρήστο Γαρουφαλή «…είναι τρόπος ζωής και ανάγκη εσωτερικής έκφρασης». Αν και παρακολούθησε μαθήματα σχεδίου, δασκάλους του θεωρεί, πέρα απ’ την εμπειρία, κυρίως προσωπικότητες όπως : «…τον Μόραλη, τον Τσαρούχη, τον Γκάτσο, τον Χατζιδάκι, που ακούσια (;) λειτούργησαν ως “φώτα πορείας” και πηγές έμπνευσης», ενώ βασικό ρόλο στη δημιουργική του πορεία παίζουν ακόμη δύο παράγοντες: το απέριττο ατελιέ του, στο οποίο απομονώνεται και το γεγονός ότι ζει μακριά από την Αθήνα, στον τόπο που γεννήθηκε, το Αγρίνιο, γεγονός που του προσφέρει ισορροπίες, όπως εξηγεί.
Τα έργα του παραστατικά και γεμάτα αναμνήσεις από την ελληνική παράδοση, «…δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των πολλών», σύμφωνα με τον δημιουργό τους. «Κι αυτό γιατί θεωρώ ότι η ζωγραφική που υπηρετώ δεν είναι θορυβώδης, ούτε σε γκάμα, ούτε σε μηνύματα, σε αντίθεση με τη τέχνη σήμερα που μάλλον κραυγάζει»…!
Το δικό του μήνυμα προς τον θεατή ; «…Δεν είναι το θέμα, αλλά η όποια ποίηση πηγάζει από αυτό. Σκοπός μου είναι να εισπράττει ηρεμία και γαλήνη. Πρέπει ωστόσο και ο θεατής να πλησιάσει το έργο με αγάπη, διότι μόνο τότε θα το αισθανθεί και θα το κατανοήσει…».

 

 

 

Η Τράπεζα Αττικής έδωσε στο φιλότεχνο κοινό την ευκαιρία να θαυμάσει τη νέα δουλειά του Αγρινιώτη ζωγράφου Χρήστου Γαρουφαλή. Οργάνωσε μια έκθεση των έργων του που φιλοτεχνήθηκαν ειδικά για το ημερολόγιο της Τράπεζας του 2003. Με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μήνες-μνήμες» πρόσφερε στους επισκέπτες ένα ωραιότατο λεύκωμα με τα έργα- που έγινε κιόλας συλλεκτικό. Και τούτο γιατί τα θέματα του Γαρουφαλή είναι δεμένα με την καθημερινή ζωή. Τα πορτοκάλια, οι ελιές, τα σύκα, τα καρύδια, τα κάστανα. Το ψωμί με τα στάχυα δίπλα, που λες και δίνει την ιστορία της επίμοχθης προπαρασκευής του. όλα τα αντικείμενα της γης που είναι αναγκαία στον κάθε άνθρωπο. Αυτά τα απλά κι όμως απαραίτητα πράγματα, στα οποία ο ζωγράφος δίνει μια ξεχωριστή ομορφιά, που τα ανεβάζει στη συνείδησή μας. Θαρρείς και παίρνουν ευρύτερες διαστάσεις πέρα απ’ αυτές που συχνά τους δίνουμε. Μας θυμίζουν τον αγρότη που πασχίζει. Την παράδοσή μας, τα χρόνια που πέρασαν σιγά-σιγά αφανίζονται από τους νέους τρόπους ζωής και σκέψης. Εκείνη η πυροστιά, η πετσέτα, το καλάθι, το Αλφαβητάρι, το ακροκέραμο, το περιστέρι. Βγάζει το καθένα τη δική του ιστορία. Σκάβουν τη μνήμη μας, τη δένουν με αγαπημένα μας πρόσωπα που δεν υπάρχουν και μας συγκινούν. Ο Γαρουφαλής μ’ αυτή του τη δουλειά όχι μόνον αφηγείται ο ίδιος αλλά κεντρίζει και το δικό μας θυμικό. Ξαφνικά έρχονται μπροστά μας αυτοί που σκάφτουν τη γη και πεινάνε, αυτοί που πέφτουν θύματα των καιρικών συνθηκών καταστροφών ή εκμεταλλεύσεων. Όπως κι όλας το είπε ο ποιητής «Δένδρα, λουλούδια, τα’ αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας / άκαρπη αλουλούδιαστη μονάχα η εργατιά». Θα προσδιόριζα τα θέματά του σαν θέματα Μνήμης αλλά και σαν πρόθεση να μας πει πως και τα απλά πράγματα έχουν τη θέση τους στη Τέχνη. Κι αυτά έχουν την ομορφιά τους και τις προεκτάσεις τους –φτάνει να βρεθεί το κλειδί που θ’ ανοίξει τον κόσμο των ευαισθησιών μας. Ο ζωγράφος μας βοηθάει σ’ αυτό. Μόνο που οι ευαισθησίες και οι συναισθηματισμοί μας μελαγχολούν γιατί αυτός ο απλός, ο αγνός, ο όμορφος κόσμος αλλοιώνεται από χρόνο σε χρόνο και γίνεται σκληρός έως και απάνθρωπος. Ο Γαρουφαλής μέσα από μερικά θέματα φανερώνει και την αγωνία του ή και τις απόψεις του πάνω σε καίρια σημεία, δένοντας το καλλιτεχνικό με το κοινωνικό. Εκείνη η ανθοστήλη από πολεμική οβίδα του ’40 με τα λουλούδια φέρνει αντιμέτωπα τον πόλεμο με την ειρήνη. Όλοι όσοι βρίσκονται μπροστά σ’ αυτό το έργο στέκονται πολλή ώρα. Η αντιπαράθεση είναι εμφανής. Όπως και το άλλο έργο, εκείνο της 25ης Μαρτίου. Τόσο απλό και ταυτόχρονα τόσο μεγαλειώδες. Ο ζωγράφος αποφεύγει εκείνα τα πατριδοκαπηλικά γαλανόλευκα κλισέ και δίνει τον εκ βαθέων αληθινό και όχι ψεύτικο σεβασμό στην Ιστορία. Ο ζωγράφος εξομολογείται πως όλα αυτά είναι «ανάγκη ψυχής» και πως πρόθεσή του είναι «ν’ αναδυθεί το φως, το λιγοστό ίσως, αλλά ικανό να οδηγήσει στο σύμβολο, στ’ όνειρο, στην αποκάλυψη». Λέει ακόμη πως ξεκίνησε την καλλιτεχνική του περιπέτεια από τις αναμνήσεις. «Βλέπεις και θυμάσαι. Κι όσο θυμάσαι, τόσο νοσταλγείς».

Καρποί νοσταλγίας τα έργα αυτής της περιόδου για τον Χρήστο Γαρουφαλή. Θάλεγα και απότιση τιμής στους καλλιεργητές, στους χωρικούς, στους ανθρώπους περασμένων εποχών που ζήσανε με αγωνίες και προσδοκίες λαχταρώντας έναν καλύτερο κόσμο που ακόμα δεν τον είδαν.
Ο Γαρουφαλής πρωτοτύπησε και πέτυχε γιατί διαθέτει γερό «εκφραστικό» ταλέντο. Όλα του τα θέματα με την καθημερινή τους απλότητα είναι πολύ δύσκολα. Και κάτι σαν δίκοπα μαχαίρια για τη ζωγραφική. Σαν νεκρές φύσεις. Ο ζωγράφος τα ξεπέρασε όλα με το αισθησιακό χρώμα, με τους συμβολισμούς και με το τρυφερά απέριττο σε ουδέτερο χώρο. Η νέα αυτή δουλειά είναι μια κατάχτηση της Ελληνικής Ζωγραφικής.

Μιχάλης Σταφυλάς,
λογοτέχνης